Category: Κόσμος


french-colonialism

 

Στις 7 Ιανουαρίου το Γαλλικό περιοδικό «Charlie Hebdo» έγινε στόχος μιας άνανδρης τρομοκρατικής επίθεσης δύο παρανοϊκών ισλαμιστών οι οποίοι αλλοπαρμένοι από το σκοταδισμό και τον μυωπικό τους ζηλωτισμό δολοφόνησαν 12 ανθρώπους. Θύματα της επίθεσης ήταν και δημοσιογράφοι και καλλιτέχνες τους οποίους οι τρομοκράτες δολοφόνησαν στο χώρο δημιουργίας και έκφρασή τους. Στην ουσία, οι δράστες προσπάθησαν να «δολοφονήσουν» την ελευθερία του λόγου αλλά απέτυχαν οικτρά· η προσπάθεια τους για φίμωση και τρόμο ήταν καταδικασμένη να αποτύχει λόγω της άγνοιας και της μισαλλοδοξίας τους. Κάθε νουνεχής και εχέφρων πολίτης καταδικάζει με αποστροφή το απεχθές συμβάν ενώ ταυτόχρονα αναγνωρίζει πως το μίσος και η βία δεν μονοπωλούνται από τη μουσουλμανική θρησκεία και δεν εκφράζουν επ’ ουδενί την πλειοψηφία της απανταχού Ισλαμικής κοινότητας (το αντίθετο μάλιστα).

Έχοντας έρθει αντιμέτωπη με τη σκληρή πραγματικότητα της άκρατης βίας στο Παρίσι, η πολιτική ηγεσία του δυτικού κόσμου, πρέπει τώρα να προσπαθήσει να αναλύσει και να καταλάβει τι συνέβη και για ποιο λόγο. Κυρίως όμως έχει έρθει η ώρα η πολιτική ηγεσία να αναλάβει δράση και να αντιμετωπίσει την αλήθεια.

Η αλήθεια είναι πως στη συντριπτική τους πλειοψηφία οι μουσουλμάνοι της Γαλλίας προέρχονται από τις πρώην γαλλικές αποικίες της Αφρικής: Ακτή Ελεφαντοστού, Μάλι, Γουινέα, Μαυριτανία, Νιγηρία, Σενεγάλη, Γκάμπια, Τσαντ, Γκαμπόν, Κονγκό, Καμερούν, Τόγκο, Μπουρκίνα Φάσο, Μαδαγασκάρη, Ερυθραία, Μαυρίκιος, Τζιμπουτί, Κομόρες. Κυρίως όμως και λόγω εγγύτητας, οι μουσουλμάνοι Γάλλοι πολίτες προέρχονται από την Αλγερία, το Μαρόκο, την Τυνησία, τη Λιβύη και την Αίγυπτο. Υπό αυτό το πρίσμα, η αποικιοκρατία εισέρχεται στο προσκήνιο αντικαθιστώντας τη θρησκεία. Η γαλλική αποικιοκρατία (όπως και η εν γένει αποικιοκρατία) δεν ήταν πεφωτισμένη. Οι λέξεις που θα μπορούσαν να την περιγράψουν είναι καταδυνάστευση, και εκμετάλλευση. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα η περίπτωση της Αλγερίας, μια χώρα η οποία επαναστάτησε και κέρδισε την ελευθερία της το 1962, μετά από 130 χρόνια κατοχής. Η ήττα της Γαλλίας στον Αλγερινό πόλεμο γέμισε με μίσος τους Γάλλους για την Αλγερία και δημιούργησε τις συνθήκες για τη μετέπειτα περιθωριοποίηση και γκετοποίηση των Αλγεριανών και Μαροκινών μεταναστών στα προάστια του Παρισιού και άλλων πόλεων. Το ίδιο κλίμα καχυποψίας, αρνητισμού και προκατάληψης επικράτησε εναντίον όλων των μεταναστών της Β. Αφρικής. Αυτή την η αλήθεια η Γαλλία δεν την έχει ακόμα αντιμετωπίσει.

Αντιθέτως, η Γαλλία – όπως και άλλες πρώην αποικιοκρατικές χώρες – συνεχίζει με τον ένα ή τον άλλο τρόπο μια νεοαποικιοκρατική συμπεριφορά και δράση. Πέραν των αποικιών που η Γαλλία διατηρεί ευθαρσώς μέχρι σήμερα (Ρεϊνιόν, Μαγιότ, κ.α.), η σύγχρονη αποικιοκρατική πρακτική δεν είναι μόνο πολιτική (με παράδειγμα τις πρόσφατες Γαλλικές επεμβάσεις σε Μάλι και Λιβύη) αλλά και γλωσσική (francophonie), πολιτιστική και ακαδημαϊκή. Ο έλεγχος και η επιρροή δηλαδή από τις πρώην αποικιοκρατικές δυνάμεις παραμένει αλλά με εξελιγμένη μορφή όπως είναι αυτή των οικονομικών ενισχύσεων στις «αποικίες» (με όρους όμως που θέτει το Παρίσι), της δήθεν κοινής πολιτιστικής ταυτότητας (κυρίως μέσω της γαλλικής γλώσσας) και των υποτροφιών σε κατοίκους των «αποικιών» για πανεπιστήμια της Γαλλίας με σκοπό την εν καιρώ αφομοίωσή τους.

Προφανώς αυτή η αφομοίωση δεν ήρθε ποτέ καθώς η Ισλαμική ταυτότητα είναι κάτι πανίσχυρο για τους μουσουλμάνους, που δεν φθείρεται κατά την έκθεσή του στον δυτικό κώδικα αξιών και αρχών. Σε συνδυασμό με την προκατάληψη και την περιθωριοποίηση, η μη αποδοχή της εγκληματικής νεοαποικιοκρατικής πραγματικότητας και η διαιώνιση μιας απαρχαιωμένης πρακτικής επιρροής και ελέγχου της Αφρικής από το Παρίσι, θέτουν ξεκάθαρα τις βάσεις για έκρυθμα κοινωνικά φαινόμενα.

Είναι αδιαμφισβήτητο πως μεγάλο μερίδιο της ευθύνης για το πρόσφατο συμβάν φέρει ο ακραίος ισλαμικός φονταμενταλισμός. Ωστόσο όσο οπισθοδρομική και σκοταδιστική ακούγεται σήμερα η «τζιχάντ» άλλο τόσο οπισθοδρομική είναι και η νεοαποικιοκρατία. Οι πρώην αποικιοκρατικές δυνάμεις οφείλουν να παραδεχτούν ανοιχτά την εγκληματική ιστορία της απανταχού αποικιοκρατίας, να προχωρήσουν σε δημοψηφισματικού τύπου εκλογικές διαδικασίες στις αποικίες που ακόμα διατηρούν, και τέλος, να διακόψουν κάθε σύγχρονη νεοαποικιοκρατική πρακτική ελέγχου των πάλαι ποτέ αποικιών τους.

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα “Δημοκρατία”

Advertisements

50826Στις 16 Ιουνίου το Ισλαμικό Χαλιφάτο έχοντας καταλάβει τη Μοσούλη συνεχίζει ανενόχλητο την προέλασή του στο χειμαζόμενο Ιράκ πολιορκώντας την ιερή Σιιτική πόλη Σαμάρα, 130 μόλις χιλιόμετρα από τη Βαγδάτη. Πριν ακόμα ξεκινήσουν οι σκέψεις για αεροπορική επέμβαση των Η.Π.Α., μια άλλη ισχυρή δύναμη της περιοχής αποφασίζει να επέμβει και να κάμψει την επέλαση των τρομοκρατών.

Δύο μέρες νωρίτερα, στις 14 Ιουνίου, τμήμα των επίλεκτων δυνάμεων «Κουντς» της Επαναστατικής Φρουράς του Ιράν, καταφθάνει στην περιοχή για την προάσπιση των Σιιτικών τους συμφερόντων. Επικεφαλής τους είναι το ανώτατο στέλεχος του Ιρανικού καθεστώτος, Στρατηγός Κασέμ Σουλεϊμανί. Μέσα σε λίγους μόνο μήνες δράσης, οι Κουντς θα καταφέρουν να διακριθούν ως ο σημαντικότερος παράγοντας επιβίωσης της Σιιτικής κυβέρνησης του Ιράκ. Αν και το ίδιο το Ιράν αρνείται να παραδεχθεί την ισχυρότατη επιρροή του στην περιοχή, αυτή ωστόσο είναι πανθομολογουμένως δεδομένη.

Οι Ιρανικές δυνάμεις απέδειξαν τη στρατιωτική τους δεινότητα και αξία με την υπεράσπιση της πόλης Αμερλί, το αποκαλούμενο «Ιρακινό Στάλινγκραντ». Εκεί, με την υποστήριξη των Κούρδων «πεσμεργκά», ο Σουλεϊμανί κατόρθωσε να απωθήσει τους τζιχανιστές και να επιτύχει την πρώτη μεγάλη νίκη κατά του Χαλιφάτου. Σήμερα, το επιτελικό στρατηγείο της Ιρανικής αποστολής βρίσκεται στη Βαγδάτη, ενώ οι Κουντς διαθέτουν πολεμική βάση στο πρώην αμερικανικό στρατόπεδο «Camp Speicher» στο Τικρίτ. Επιπλέον, το Ιράν διατηρεί εκτεταμένη αμυντική παρουσία στην περιοχή, με τους Κουντς να υπερασπίζονται τις ιερές Σιιτικές πόλεις Σαμάρα και Καρμπαλά. Επιχειρησιακά αυτό καθίσταται δυνατό μέσω των διαφόρων Ιρακινών-Σιιτικών παρακρατικών οργανώσεων που χρηματοδοτεί και εξοπλίζει το Ιράν και οι οποίες δρουν κατ’ εντολήν του στην Ιρακινή επικράτεια. Οι σημαντικότερες εξ αυτών είναι τα «Τάγματα της Χεζμπολά», ο «Στρατός Μουχτάρ», η «Ένωση των Ενάρετων» και οι «Ταξιαρχίες της Επαγγελίας», με τις δύο τελευταίες οργανώσεις να δραστηριοποιούνται και στη Συρία.

Για να γίνει αντιληπτή η διαχρονική αφοσίωση των εν λόγω Ιρακινών οργανώσεων στο Ιράν, αρκεί να θυμηθεί κανείς πως κατά τον πόλεμο Ιράκ-Ιράν το 1980 οι οργανώσεις αυτές πολέμησαν εναντίον της χώρα τους και επέστρεψαν στο Ιράκ μόνο μετά την πτώση του Σαντάμ Χουσεΐν, το 2003.

Επιπροσθέτως, το Ιράν έχει φροντίσει με άμεσο τρόπο για την επιβίωση της κυβέρνησης στη Βαγδάτη εξοπλίζοντας τον Ιρακινό στρατό με μη επανδρωμένα αεροσκάφη (τύπου Mohajer-4) και με αεροσκάφη τύπου «Sukhoi Su-25»  (επανδρωμένα από ανάμεικτα πληρώματα Ιρακινών και Ιρανών) τα οποία θεωρούνται η αιχμή του δόρατος της Ιρανικής Επαναστατικής Φρουράς. Τη Σιιτική εικόνα συμπληρώνουν στρατιωτικοί σύμβουλοι της Λιβανέζικης Χεζμπολά τους οποίους το Ιράν έχει τοποθετήσει στη Βαγδάτη για την οργάνωση των Ιρακινών παρακρατικών οργανώσεων.

Με έμπειρο λοιπόν προσωπικό, επιλεγμένο στρατιωτικό εξοπλισμό και με δυναμική γεωγραφική διασπορά, το Ιράν φαίνεται αποφασισμένο αλλά κυρίως ικανό να κρατήσει στην Ιρακινή εξουσία το Σιιτικό κόμμα (Dawa), ενώ ταυτόχρονα βρίσκεται σε ιδανική θέση άμεσης αντίδρασης εναντίων κρίσεων στο βόρειο, κεντρικό και νότιο Ιράκ. Αναλογιζόμενη τις πολιτικές εξελίξεις και κλυδωνισμούς στην περιοχή, η πάλαι ποτέ Περσική αυτοκρατορία είναι πολύ πιθανό να εξετάσει το ενδεχόμενο μεγαλύτερης συμμετοχής της στον πόλεμο, ιδιαίτερα εάν οι τρομοκράτες του Χαλιφάτου αποφασίσουν να επεκταθούν προς τα νότια του Ιράκ και να απειλήσουν ξανά τους ιερούς Σιιτικούς τόπους. Μια τέτοια ενδεχόμενη αυξημένη Ιρανική παρουσία στο Ιράκ προϋποθέτει οργανωμένη στρατιωτική ανάπτυξη δυνάμεων και de jure δημόσια αποδοχή της επιρροής που απολαμβάνει το Ιράν στη Βαγδάτη.

Το χείριστο και απευκταίο σενάριο για το Ιράν είναι η πιθανή εμπλοκή Νατοϊκών δυνάμεων στην περιοχή η οποία αφενός θα υποβάθμιζε την Ιρανική ισχύ και αξιοπιστία και αφετέρου θα περικύκλωνε το Ιράν με δυτικά στρατεύματα. Ενώ λοιπόν τα αεροπορικά χτυπήματα των Η.Π.Α. μονοπωλούν την επικαιρότητα, η Τεχεράνη παραμένει ο σιωπηλός εγγυητής του Ιράκ, έτοιμη να επέμβει για να διασφαλίσει το φιλικό προς αυτήν Ιρακινό καθεστώς το οποίο της προσφέρει ελεύθερη και ανενόχλητη σύνδεση και επαφή με τα ζωτικά της συμφέροντα στην αρραγή «Σιιτική Ημισέληνο» (Συρία και Λίβανο).

freedomflag

 

Τις τελευταίες μέρες γινόμαστε δυστυχώς μάρτυρες ενός νέου κύκλου βίας στην περιοχή της Παλαιστίνης. Μια περιοχή η οποία χειμάζεται διαχρονικά από τις εκατέρωθεν εχθροπραξίες και άκρατες βιαιοπραγίες της Χαμάς και της κυβέρνησης του Ισραήλ. Ωστόσο κάθε φορά που η περιοχή εκρήγνυται οι λόγοι και τα αίτια φαίνεται να διαφέρουν.

Αυτή τη φορά όλα ξεκίνησαν με την απαγωγή και δολοφονία τριών νεαρών Ισραηλινών στη Δυτική Όχθη. Την ευθύνη έσπευσαν να αναλάβουν τέσσερις διαφορετικές οργανώσεις: οι Ταξιαρχίες της Παγκόσμιας Τζιχάντ, το Τάγμα των Απελευθερωτών της Χεβρώνας, οι Ταξιαρχίες της Χεζμπολάχ και το τοπικό παράρτημα της σουνιτικής ISIS. Ταυτόχρονα, η Χαμάς αρνήθηκε κάθε ανάμειξη με το περιστατικό. Παρόλα αυτά, η Ισραηλινή κυβέρνηση αγνοώντας τα γεγονότα έσπευσε να καταδικάσει τη Χαμάς για το συμβάν και να ορκιστεί εκδίκηση για τα θύματα. Η εκδίκηση αυτή έμελλε να έχει δύο μορφές: τη σύλληψη δύο μελών της Χαμάς και τη στρατιωτική επιχείρηση στη Γάζα. Προβληματισμό ωστόσο έχει προκαλέσει το γεγονός πως ακόμα και στην περίπτωση που οι πραγματικοί δράστες ήταν όντως οι δύο συλληφθέντες, φαίνεται βέβαιο πως αυτοί έδρασαν αυτόνομα και εν αγνοία του Χάλιντ Μασάλ και της λοιπής ηγεσίας της παλαιστινιακής οργάνωσης. Ακόμα δηλαδή και αν δεν ευθύνεται κάποια από τις προαναφερθείσες οργανώσεις για τις δολοφονίες, η Χαμάς φαίνεται πως όχι μόνο δεν έδωσε την άδεια για μια τέτοια επίθεση, αλλά δεν τη συνέφερε και να το κάνει.

Ο μόνος κερδισμένος από τις εξελίξεις φαίνεται να είναι το κράτος του Ισραήλ το οποίο με την επιχείρηση «Protective Edge» σκοπεύει να επιφέρει ένα ισχυρό πλήγμα στη στρατιωτική δύναμη της Χαμάς, εξυπηρετώντας ταυτόχρονα τα ευρύτερα συμφέροντά του στην Παλαιστίνη.

Οι συγκυρίες είναι αρκετές και δύσκολα μπορεί κανείς να τις αγνοήσει. Η πρόσφατη ανακήρυξη του Ισλαμικού Χαλιφάτου στην ανατολή (30 Ιουνίου) δρα πλέον ως τροχοπέδη για τις κινήσεις του βασικού αντιπάλου του Ισραήλ – του Ιράν, ενώ δημιουργεί και εγκαθιδρύει έναν αμεσότερο εχθρό και στόχο για τους Σιίτες της περιοχής. Έχοντας λοιπόν εξασφαλίσει τα νώτα του το Ισραήλ μπορεί πλέον να ξαναγυρίσει την προσοχή του στον εκ δυσμάς εχθρό – τους απελευθερωτές πολεμιστές της Γάζας.

Το σημαντικότερο όμως κομμάτι του παζλ είναι η Παλαιστινιακή κυβέρνηση εθνικής ενότητας μεταξύ Χαμάς και Φατάχ η οποία σχηματίσθηκε μόλις πριν ένα μήνα, βάζοντας τέλος στην επταετία διχόνοιας και εμφυλιακών εχθροπραξιών. Η «συμφιλίωση» μεταξύ των δύο Παλαιστινιακών δυνάμεων είναι κάτι το οποίο προωθούσε έντονα και για πολύ καιρό ο πρωθυπουργός του Ισραήλ, Μπένζαμιν Νετανυάχου. Θα ήταν μάλλον ορθότερο να πούμε πως ο Νετανυάχου σχεδόν απαιτούσε την εν λόγω συμφιλίωση ως προϋπόθεση για να εξετάσει την οποιαδήποτε πολιτική λύση στην περιοχή. Αυτό όμως φάνηκε να είναι απλά μια πρόφαση. Ο Νετανυάχου έκρινε σωστά πως μια ενδεχόμενη συμμαχία των δύο πλευρών θα στοίχιζε ιδιαίτερα στη Χαμάς καθώς θα έπληττε το ασυμβίβαστο προφίλ της. Από τη δική της πλευρά, η Χαμάς, εγκλωβισμένη από το εχθρικό Αιγυπτιακό καθεστώς Σίσι (μια ακόμη πρόσφατη συγκυρία), και βλέποντας να χάνει την εμπιστοσύνη των κατοίκων της Γάζας, αποδέχθηκε την πρόσκληση για συμμαχία πέφτοντας στην παγίδα του Ισραήλ. Το αποτέλεσμα ήταν ο Νετανυάχου να καταδικάσει την παλαιστινιακή κυβέρνηση εθνικής ομόνοιας την ίδια ημέρα της ορκωμοσίας της.

Ο λόγος βέβαια ήταν απλός. Το Ισραήλ χρειάζεται έναν αντίπαλο στην περιοχή ο οποίος θα δικαιολογεί τις πολιτικές του κατά των Παλαιστινίων. Η εξομάλυνση δεν είναι στα σχέδια των Ισραηλινών. Αντιθέτως, ένας τρομακτικός και ακραίος αντίπαλος που απαγάγει και δολοφονεί νέους, είναι ακριβώς αυτό που χρειάζεται η κυβέρνηση Νετανυάχου για να συνεχίσει τους εποικισμούς στις παλαιστινιακές περιοχές, την πολιορκία και τον αποκλεισμό της Γάζας και την άρνηση για την οποιαδήποτε επίλυση του παλαιστινιακού ζητήματος. Και αυτό το τέρας-αντίπαλος είναι σαφώς η Χαμάς  – ένα τέρας που το Ισραήλ χρειάζεται, το προκαλεί, το επικαλείται αλλά και το αναδημιουργεί όποτε αυτό φαίνεται να αποδυναμώνεται.