Category: Η.Π.Α.


M.E.cult

Στη διεθνή πολιτική σκηνή και τις διεθνείς σχέσεις υπάρχει μια δύναμη που κάθε μικρός και μεγάλος παίκτης, διπλωμάτης, πολιτικός και επιχειρηματίας είναι αναγκασμένος να σέβεται ή έστω να υπολογίζει. Πρόκειται για τη «διεθνή κοινή γνώμη», η οποία στην εποχή της ραγδαίας ανάπτυξης στην επικοινωνία, τις μεταφορές και τις τεχνολογίες, απολαμβάνει τη δυνατότερη πιθανή επιρροή και ισχύ της. Αυτό αποδεικνύουν άλλωστε και οι συνεχείς προσπάθειες ελέγχου της κοινής γνώμης από διάφορα μέσα και κέντρα, από κρατικούς και ιδιωτικούς φορείς, κτλ.

Παρακολουθώντας λοιπόν τις πρόσφατες εξελίξεις στη Μέση Ανατολή και συγκεκριμένα τα γεγονότα στην Παλαιστίνη, το Ιράκ και τη Συρία, η διεθνής κοινή γνώμη βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα ηθικό δίλημμα: από τη μία βρίσκονται οι ισλαμιστές τρομοκράτες, η βία και ο σκοταδισμός της αλ-Κάιντα και του Ισλαμικού Χαλιφάτου. Στον αντίποδα βρίσκονται οι «πολιτισμένες» πολιτικές ηγεσίες του Ισραήλ και των φιλοδυτικών δικτατόρων (Σαουδική Αραβία, Αίγυπτος, κτλ). Εδώ παρατηρείται ένα αδιέξοδο δίλημμα μιας και η διεθνής κοινή γνώμη δεν θα μπορούσε να υποστηρίξει ούτε την άκρατη βία και τρομοκρατία από τη μία, αλλά ούτε και την εκμετάλλευση και την ασυδοσία από την άλλη. Απότοκος του εν λόγω αδιεξόδου είναι ο συχνός διχασμός της διεθνούς κοινής γνώμης για τα ζητήματα της περιοχής. Η μια άποψη προσπαθεί να επικρατήσει της άλλης, ενώ χιλιάδες εκατομμύρια δολάρια ξοδεύονται σε εκστρατείες ενημέρωσης και υποστήριξης των δύο πλευρών. Το δίλημμα αυτό άλλωστε παρατηρείται και στη χώρα μας όπου η ελληνική κοινή γνώμη φαίνεται πολλές φορές αδύναμη να διαλέξει ανάμεσα σε τρομοκράτη και δικτάτορα.

Αυτό όμως που δεν προβάλλεται σχεδόν πουθενά είναι πως το όλο δίλημμα είναι στην πραγματικότητα πλαστό. Οι δύο αυτές πλευρές και εικόνες της καθημαγμένης Μ. Ανατολής δεν είναι ούτε οι μόνες, ενώ σίγουρα δεν είναι και οι καλύτερες δυνατές για την περιοχή. Επιπλέον, το κίβδηλο αυτό δίλημμα δεν έχει δημιουργηθεί από τους απλούς κατοίκους της Μ. Ανατολής (οι οποίοι άλλωστε το απεχθάνονται καθώς καθίστανται θύματα αυτού), αλλά είναι ένα αποκλειστικό προϊόν της εξωτερικής πολιτικής και βούλησης της «Δύσης». Η Δύση είναι αυτή που από το τέλος του Β’Παγκοσμίου και ύστερα ενθρόνισε τους ανά την περιοχή ανελεύθερους μονάρχες (Ιορδανία, Σ. Αραβία, Ιράκ, κτλ.). Η Δύση είναι επίσης αυτή που αποφάσισε να εγκαθιδρύσει νέα Ισραηλινή ηγεσία στην Παλαιστινιακή επικράτεια, την οποία και υπερασπίζεται μέχρι σήμερα. Ταυτόχρονα, η Δύση είναι αυτή που χρηματοδότησε και εξόπλισε τις τρομοκρατικές Σουνιτικές οργανώσεις (Ταλιμπάν, φύλαρχοι της Λιβύης, κτλ). Ακόμα και το νεοσυσταθέν Ισλαμικό Χαλιφάτο δημιουργήθηκε με χρήματα των φιλοδυτικών μοναρχών της περιοχής (Σ. Αραβία, Κατάρ, κτλ.) και τη σιωπηλή συμπεφωνημένη άδεια της Δύσης, η οποία επιδιώκει μέσω των αργυραμοιβών – τρομοκρατών, να περιορίσει τη Σιιτική – Ιρανική απειλή.

Προφανώς, όταν προβάλλονται δύο επιλογές, οι οποίες έχουν δημιουργηθεί και οι δύο από τη Δύση, ό,τι και να υποστηρίξεις, υποστηρίζεις εν τέλει τη δυτική πολιτική. Τοιουτοτρόπως λοιπόν ελέγχεται η διεθνής κοινή γνώμη. Επιπλέον, οι δύο δυτικογενείς πιθανές όψεις της περιοχής, δεν παρέχουν ούτε πραγματική δυνατότητα επιλογής , ούτε εκφράζουν κάποια διαφορετική πολιτική ή αντίληψη. Συνεπώς, το επίπλαστο αυτό δίλημμα, και οι διαστρεβλώσεις που προκαλεί, είναι κάτι το οποίο η ιστορία οφείλει να χρεώσει στη Δύση.

Καταλήγοντας, η Δύση θα μπορούσε πράγματι να παρουσιάσει εναλλακτικές και θετικές επιλογές για την περιοχή και τους κατοίκους της οι οποίοι χειμάζονται ασταμάτητα για δεκαετίες. Κάτι τέτοιο θα μπορούσε να συμβεί με την υποστήριξη πραγματικά δημοκρατικών ηγεσιών και πολιτευμάτων στη Μ. Ανατολή. Ένας τέτοιος «τρίτος δρόμος» με την πλήρη και ειλικρινή υποστήριξη της Δύσης, θα διέλυε το φτιαχτό ηθικό δίλημμα, θα αφαιρούσε το επιχείρημα της «αντίστασης στον κατακτητή» των ακραίων ισλαμιστών, ενώ θα διέλυε ταυτόχρονα την όποια νομιμοποίηση για αυταρχισμό και ασυδοσία απολαμβάνουν οι δικτάτορες επικαλούμενοι ζητήματα εθνικής ασφάλειας και τρομοκρατίας. Εύλογα λοιπόν, τα αίτια των μεσανατολικών προβλημάτων και οι όποιες δυνατότητες αλλαγής δεν θα πρέπει να αναζητούνται στους απλούς κατοίκους, αλλά στις προς δυσμάς συμμαχίες και χώρες.

 

 

obama«Είμαστε σαφείς προς το καθεστώς Άσαντ, αλλά και προς άλλους παίκτες στην περιοχή, πως από τη στιγμή που δούμε χημικά όπλα να κινούνται ή να χρησιμοποιούνται, αυτό θα ήταν για εμάς μια κόκκινη γραμμή. Κάτι τέτοιο θα άλλαζε τους υπολογισμούς μου, θα άλλαζε την εξίσωση».

— 20 Αυγούστου 2012, Μπαράκ Ομπάμα

 

Ο Μπαράκ Χουσέιν Ομπάμα δεν επιθυμεί την εμπλοκή στη Συρία. Το παραπάνω ρητορικό λάθος φαίνεται πως προκαλεί πολλά προβλήματα στον Πρόεδρο των Η.Π.Α. και στην υστεροφημία που πασχίζει να εξασφαλίσει από το 2008. Ας μην ξεχνάμε πως ο κάτοχος του Νόμπελ Ειρήνης (2009) έχει καταφέρει να δώσει ουσιαστικά τέλος στους πολέμους που βάραιναν τη χώρα του (Ιράκ – Αφγανιστάν), έβαλε τις Η.Π.Α. για πρώτη φορά στη σύγχρονη ιστορία της να πολεμήσει από τα μετόπισθεν στη μεγάλη και νόμιμη βάσει του διεθνούς δικαίου στρατιωτική επιχείρηση στη Λιβύη, και επέμεινε στη χρήση αποκλειστικά οικονομικών κυρώσεων κατά του Ιράν. Σε όλες αυτές τις δύσκολες αποφάσεις ο συνετός Ομπάμα αντιμετώπισε πολιτικούς αντιπάλους από το Ρεπουμπλικανικό αλλά και το Δημοκρατικό κόμμα.

Παρόλα αυτά, κρίνοντας πως το καθεστώς Άσαντ ξεψυχούσε, το 2012 προέβη σε επικοινωνιακό λάθος και ενέπλεξε τη χώρα του στον πόλεμο της Συρίας. Δυστυχώς για αυτόν, διάφοροι παίκτες και συμφέροντα όπως οι Ισραηλινοί, τα «γεράκια» των Η.Π.Α.  (Γερουσιαστές Μακέην, Γκράχαμ, κτλ.) αλλά και διεθνή μέσα αποφάσισαν να τον εγκαλέσουν για την φράση της «κόκκινης γραμμής» και να τον πιέσουν για στρατιωτική επέμβαση. Μια επέμβαση που ο ίδιος ουδαμώς δεν επιθυμεί, λόγω της οικονομικής επιβάρυνσης της χώρας του, της διεθνούς φήμης των Η.Π.Α. αλλά και της δικής του, καθώς και της υστεροφημίας του ως διπλωμάτης πολιτικός με ευθυκρισία, υπέρμαχος του δικαίου και της πολιτικής ηθικής κατά τα πρότυπα του Τζον Κένεντυ. Για τον λόγο αυτό λοιπόν φαίνεται να αναζητεί δύο πιθανές διεξόδους, είτε να βρει έναν τρόπο να αποφύγει τελείως το στρατιωτικό χτύπημα, είτε να βρει συμμάχους με τους οποίους θα επιμεριστεί την πολιτική και ιστορική ευθύνη μιας περιορισμένης επιχείρησης.

Οι νόμιμοι σύμμαχοι είναι τα Ηνωμένα Έθνη. Με τον Γ.Γ. Μπαν Κι-Μουν όμως να καλεί για συγκράτηση και διπλωματική λύση, και Ρωσία – Κίνα να υπόσχονται την αρνησικυρία, μια νόμιμη επίθεση πρέπει να θεωρείται απίθανη. Η ίδια η φύση του Συριακού εμφυλίου καθιστά οποιαδήποτε εξωτερική επέμβαση παράνομη βάσει του διεθνούς δικαίου καθώς η Συρία δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος των Συνεδρίων για τα Βιολογικά (1972) και τα Χημικά Όπλα (1993). Είναι προφανές λοιπόν, πως τα Η.Ε. δεν δύνανται να παρέχουν στον Ομπάμα τη διέξοδο που χρειάζεται από την κρίση.

Το ίδιο φαίνεται να συμβαίνει και με τους μέχρι πρότινος βέβαιους συμμάχους, Γαλλία και Αγγλία. Η Γαλλία, αποδυναμωμένη από την πρόσφατη επιχείρηση στο Μάλι και από χρόνια οικονομική δυσχέρεια, αμφιταλαντεύεται, ενώ καθίσταται σαφές πως δεν πρόκειται να επιτεθεί δίχως τις Η.Π.Α. Επιπλέον, παρατηρώντας τη δυναμική των εξελίξεων (64% των Γάλλων διαφωνούν με μια πιθανή επέμβαση) ο Πρόεδρος Ολάντ συγκαλεί αυτή τη βδομάδα τη Βουλή να συζητήσει για το θέμα, αν και δεν απαιτείται η έγκριση του Κοινοβουλίου για στρατιωτική επίθεση.

Ταυτόχρονα, η Αγγλία μετά την ταπεινωτική ήττα του Κάμερον στη Βουλή των Κοινοτήτων είναι de facto και de jure εκτός. Αξίζει να σημειωθεί πως τα αμφίβολα «πειστήρια» που παρουσίασαν οι Συντηρητικοί για την χημική επίθεση, δεν έπεισαν μέχρι και μέλη του κόμματός τους. Η ιστορία φαίνεται με το μέρος των βουλευτών που καταψήφισαν την πρόταση Κάμερον μιας και δεν δόθηκε σαφής απάντηση στην ερώτηση qui bono; Ποιος δηλαδή ωφελήθηκε από το χημικό χτύπημα; Σίγουρα όχι ο Άσαντ. Αφενός λοιπόν η έλλειψη κινήτρου του καθεστώτος και αφετέρου το φιάσκο του 2003 για τα ανύπαρκτα Ιρακινά όπλα μαζικής καταστροφής, οδήγησαν τους Άγγλους βουλευτές στον φόβο για το πολιτικό κόστος και στην στρατιωτική αποχή.

Ένας φόβος που έχει κυριεύσει και Αμερικανούς πολιτικούς. Όλοι θυμούνται την άνοδο του Ομπάμα στις προκριματικές προεδρικές εκλογές του 2008 όταν η Χίλαρι Κλίντον αποφάσισε να κρατήσει σκληρή στάση και τάχθηκε υπέρ της κλιμάκωσης του πολέμου στο Ιράκ. Το λεγόμενο «φαινόμενο Κλίντον» έχει τρομοκρατήσει αρκετούς Δημοκρατικούς βουλευτές οι οποίοι αναγνωρίζουν την αντι-πολεμική φρόνηση των ψηφοφόρων τους και είναι πιθανό να διστάσουν να υπερψηφίσουν την πρόταση του Ομπάμα στο Κογκρέσο για εμπλοκή στη Συρία. Ταυτόχρονα, το Ρεπουμπλικανικό κόμμα βιώνει την άνοδο αντιιμπεριαλιστικών τάσεων στο εσωτερικό του (οι Libertarians του Ραντ Πολ) και ενώ η Άνω Βουλή (Γερουσία) φαίνεται πως θα υπερψηφίσει την πρόταση Ομπάμα, η Κάτω Βουλή που ελέγχεται από Ρεπουμπλικάνους φαίνεται αβέβαιη. Και αυτό διότι οι βουλευτές της Κάτω Βουλής ενδιαφέρονται περισσότερο για τις επικείμενες προκριματικές εκλογές παρά για τον άμαχο πληθυσμό της Συρίας. Το σημαντικότερο όμως είναι πως η πόλωση των δύο κομμάτων είναι μεγαλύτερη από ποτέ και πως για πρώτη φορά βλέπουμε τις εσωτερικές διαμάχες (δανεισμός, αγροτική πολιτική, μεταναστευτικό, υγεία) να επηρεάζουν την κοινή εξωτερική πολιτική των κομμάτων.

Ο μεγαλύτερος όμως πιθανός σύμμαχος αλλά και στόχος της επικοινωνιακής πολιτικής και δημηγορίας του Ομπάμα είναι η Αμερικανική κοινή γνώμη. Δεδομένου του επικείμενου τέλους της πολιτικής του καριέρας το 2016 και της ανάγκης για δημοφιλείς πολιτικές που θα διατηρήσουν την Προεδρία σε Δημοκρατικά χέρια, οι Αμερικανοί ψηφοφόροι είναι ο σημαντικότερος μέτοχος του Ομπάμα. Παραπάνω από το 50% των Αμερικανών πολιτών δεν επιθυμεί την εμπλοκή των Η.Π.Α.. Επιπλέον, τίθεται ως προϋπόθεση η διασφάλιση της κυβέρνησης πως ένα στοχευμένο χτύπημα κατά των πέντε μεγάλων χημικών εγκαταστάσεων της Συρίας δεν θα έχει καταστροφικές συνέπειες όπως την κατάληψη εναπομεινάντων όπλων από τους ισλαμιστές αντάρτες της Αλ-Νούσρα ή την διαρροή χημικών καταλοίπων της τοξικής ουσίας «σαρίν» στην ατμόσφαιρα.

Με τους Άγγλους εκτός εξισώσεως και τους Γάλλους στην εφεδρεία, η Κυβέρνηση εξετάζει εναλλακτικούς συμμάχους όπως την Τουρκία, την Ιορδανία και τη Σαουδική Αραβία. Κάτι τέτοιο όμως δεν είναι σίγουρα δημοφιλές στους Αμερικανούς πολίτες τους οποίους ο Ομπάμα θα προσπαθήσει επιπλέον να πείσει πως δεν πρόκειται να επαναλάβει τα μυωπικά και παράνομα βήματα του προκατόχου του. Ταυτόχρονα, οι πολιτικές διεργασίες και υποσχέσεις έχουν ξεκινήσει για τα καλά στην Ουάσινγκτον καθώς το Κογκρέσο πρόκειται να συνέλθει στις 9 Σεπτεμβρίου – δίνοντας εσκεμμένα χρόνο αντίδρασης σε όλες τις πλευρές, συμπεριλαμβανομένου και του Άσαντ. Μια πιθανή καταψήφιση από το Κογκρέσο, σύμφωνα με το σκεπτικό του Ομπάμα, θα του έλυνε τα χέρια και θα άνοιγε το δρόμο σε εναλλακτικές παρεμβάσεις (εξοπλισμό των ανταρτών, πίεση για πολιτική/διπλωματική λύση, κτλ.)

Ο Μπαράκ Ομπάμα βαλλόμενος πανταχόθεν από πιέσεις και αδιέξοδα φαίνεται να μάχεται για την μικρότερη δυνατή επέμβαση: ένα στοχευμένο χτύπημα που θα έχει την υπογραφή των περισσότερων δυνατών συμμάχων, του Κογκρέσου, λοιπών χωρών και της Αμερικανικής κοινής γνώμης. Η προσπάθεια του για έλεγχο και περιορισμό της κατάστασης φαντάζει πρωτοπόρα για τη χώρα του και εμπνέει αισιοδοξία. Ας ελπίσουμε οι συνεχιστές του να παραδειγματιστούν και να απαρνηθούν για πάντα τις απάνθρωπες πολιτικές του παρελθόντος.

 

Το παρόν δημοσιεύθηκε στο περιοδικό ΕΠΙΚΑΙΡΑ στις 05/09/2013

Στη σύγχρονη πολιτική πραγματικότητα θεωρείται δεδομένη η ύπαρξη πολιτικών κομμάτων σε ένα πολιτικό σύστημα εκπροσώπησης. Τα πολιτικά κόμματα λειτουργούν διαχρονικά ως πολιτικές οντότητες μέσω των οποίων οι πολίτες μπορούν να οργανωθούν βάσει κοινών πολιτικών ή/και ιδεολογικών πεποιθήσεων και να διεκδικήσουν ή να επηρεάσουν την εξουσία. Η προσφορά των πολιτικών κομμάτων στην ιστορία της ανθρωπότητας είναι αδιαμφισβήτη, όπως επίσης θεωρείται αδιαμφισβήτητο το γεγονός ότι τα κόμματα είναι αναπόσπαστο κομμάτι του σύγχρονου πολιτικού κόσμου. Αυτό βέβαια μπορεί να είναι αλήθεια στην περίπτωση ενός Ρεπουμπλικάνικου καθεστώτος, αλλά όχι ενός Δημοκρατικού. Στην περίπτωση του πρώτου, οι πολίτες εκλέγουν αντιπρόσωπους οι οποίοι αποφασίζουν για το κοινό συμφέρον. Στην δεύτερη, οι πολίτες αποφασίζουν οι ίδιοι για μείζονα θέματα που τους αφορούν και παίρνουν το μέλλον της ζωής και της χώρας στα χέρια τους. Η δεύτερη αυτή περίπτωση συνιστά το πολίτευμα της Δημοκρατίας, το οποίο συναντάται μερικώς και πολύ σπάνια στην σύγχρονη εποχή.

Η Δημοκρατία δεν είναι τα κόμματα. Η Δημοκρατία γεννήθηκε, άνθισε και επαναπροσδιορίστηκε απελευθερωμένη από κομματικές οργανώσεις. Υπάρχουν διάφορα φωτεινά παραδείγματα των επιτευγμάτων της Δημοκρατίας η οποία λειτούργησε υπεράνω και άνευ κομμάτων.

Στην αρχαία Αθήνα ο Περικλής ήταν από τους σπουδαιότερους ηγέτες της δημοκρατικής πόλης-κράτους. Ο ίδιος, αν και είχε αμέτρητους ακόλουθους καθώς και πολλούς πολιτικούς συμμάχους που χρησιμοποιούσε για να ασκήσει την επιρροή του στην πόλη, δεν ανήκε σε κάποιο πολιτικό κόμμα (οι Δημοκρατικοί αποτελούσαν ιδεολογική ομάδα που υποστήριζε μια συγκεκριμένη μορφή πολιτεύματος και όχι κομματικό μηχανισμό). Αντίθετα, η πολιτική του ισχύς πήγαζε από το ήθος του, από το γεγονός ότι ήταν ιδιαίτερα δημοφιλής και από τα καθήκοντά του ως εκλεγμένος και διακεκριμένος στρατηγός της Αθήνας. Ο Χρυσός Αιώνας που ακολούθησε για την πόλη, αποδεικνύει ότι η παρουσία και λειτουργία πολιτικών κομμάτων δεν είναι υποχρεωτική για την πρόοδο μιας Δημοκρατίας.

Αντίστοιχα, το Κογκρέσο της Φιλαδέλφειας στις Αμερικανικές αποικίες δεν ήταν οργανωμένο βάσει κομματικών πεποιθήσεων ή μηχανισμών. Τα μέλη του περιοριζόντουσαν στο να εκπροσωπούν την θέληση των 13 αποικιών και όχι τις προσωπικές φιλοδοξίες κάποιων κομματικών ηγετών. Ο George Washington κράτησε ένα κράτος ενωμένο απέναντι σε μια εχθρική διεθνή κοινότητα και έναν Αγγλο-Γαλλικό πόλεμο ο οποίος απειλούσε να σύρει τις νεοσυσταθείσες Η.Π.Α. σε πλήρη εμπλοκή. Ο πρώτος πρόεδρος των Η.Π.Α. αντιμετώπισε αυτές τις πιέσεις έναντι αναπτυσσόμενων κομματικών δυνάμεων στο εσωτερικό της χώρας τους. Ως αποτέλεσμα, οι Η.Π.Α. εξήλθαν αλώβητες και ικανές να αντιμετωπίσουν από θέση ισχύος την αποδυναμωμένη Ευρώπη.

Αρκεί κάποιος να μελετήσει την σημερινή διεθνή σκηνή για να παρατηρήσει αντίστοιχα φαινόμενα. Οι περιπτώσεις όπου κράτη αποτυγχάνουν (πολιτικά ή/και οικονομικά) λόγω του νεποτισμού και της διαφθοράς που αποτελούν αναπόσπαστα δομικά στοιχεία και χαρακτηριστικά των κομμάτων, αυξάνονται συνεχώς. Η προφανής περίπτωση είναι σαφώς αυτή της Ευρώπης. Ολόκληρη η ήπειρος χαρακτηρίζεται από την παντοδυναμία των κομμάτων στην πολιτική ζωή των χωρών και έχει οδηγηθεί σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, στο παρελθόν ή ακόμα και τώρα, σε πολιτικά αδιέξοδα. Επιπλέον, η απάθεια των πολιτών για τα κόμματα και την πολιτική ζωή είναι μεγαλύτερη σήμερα όσο ποτέ. Για παράδειγμα, στην Ιρλανδία, ως αποτέλεσμα της αποδοκιμασίας του κόσμου λόγω της εξελισσόμενης οικονομικής κρίσης, ο Πρωθυπουργός Brian Cowen πολύ πρόσφατα αναγκάστηκε να παραιτηθεί από ηγέτης του κόμματός του. Ο Ιρλανδικός λαός νοιώθει πλέον παγιδευμένος σε πολιτικο-κομματικές επιλογές οι οποίες δεν τον εκπροσωπούν. Αντίσχοιχα παραδείγματα υπάρχουν σε όλη την ήπειρο γενικότερα, και συγκεκριμένα σε όλη την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η Ε.Ε. έχοντας υιοθετήσει τα κομματικά μοντέλα των κυρίαρχων κρατών μελών της, έχει ορίσει τον εαυτό της ως ένα βραδυκίνητο οργανισμό ο οποίος ξεψυχά από την έλλειψη οράματος και συναίνεσης των πολιτών. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο είναι ίσως η σημαντικότερη απόδειξη αυτής της νέας τάσης κομματικής απαξίωσης, αφού η συμμετοχή στις ευρωεκλογές του 2009 ήταν πιο μικρή από ποτέ. Αυτό βέβαια δεν θα έπρεπε να αποτελεί έκπληξη, αν αναλογιστεί κανείς το γεγονός ότι οι απλοί πολίτες της Ένωσης δεν γνωρίζουν τον σαφή ρόλο του οργάνου αυτού (όπως επίσης και πολλοί ευρωβουλευτές). Η απαξίωση είναι επίσης αποτέλεσμα της κομματικοκρατούμενης νοοτροπίας που έχει υιοθετηθεί για τη διεξαγωγή ευρωεκλογών, όπου ουσιαστικά οι πολίτες καλούνται από τους τοπικούς αρχηγούς κομμάτων να ψηφίσουν το εθνικό τους κόμμα, χωρίς αυτό βέβαια να έχει κάποια σχέση με την πολιτική πραγματικότητα στο Ευρωκοινοβούλιο (οι εθνικοί τοπικοί άρχοντες δεν έχουν καμμία ουσιαστική εξουσία στο εν λόγω σώμα). Τέλος, αδιαμφισβήτητο παράδειγμα της νέας αυτής τάσης αποτελούν τα διάφορα δημοψηφίσματα των δυτικών ευρωπαϊκών χωρών (Δανία, Φινλανδία, Ιρλανδία, Σουηδία, Γαλλία, Ολλανδία), όπου στην ουσία καταψηφίστηκε ξεκάθαρα το σύνολο των πολιτικών δυνάμεων και κομμάτων στις εν λόγω χώρες, που πήρε θέση υπέρ των Ευρωπαϊκών αυτών δημοψηφισμάτων.

Οι Η.Π.Α. παραμένουν μέχρι σήμερα οι πρωτοπόροι των δυτικών πολιτικών μοντέλων και προτύπων. Στην περίπτωση των Η.Π.Α., η μόδα της «πτώσης» των κομμάτων είναι ήδη πραγματικότητα. Συγκρεκριμένα, τα δύο μεγάλα κόμματα φαίνονται ανίκανα να διαχειριστούν τα πολιτικά κεφάλαια της χώρας και γι’ αυτό το λόγο είτε δημιουργούν, είτε αναγκάζονται να δώσουν χώρο και πολιτική δύναμη σε πολιτικές ομάδες πολιτών. Από τη μία οι Δημοκρατικοί, όντας ανάξιοι να διαχειριστούν την επικράτησή τους στο Κογκρέσο από το 2006, ανάγκασαν τον Barack Obama να προχωρήσει στη δημιουργία προοδευτικού κινήματος εθελοντών πολιτών με την ονομασία Organizing for America (OFA). Είναι γεγονός, ότι ήταν το κίνημα αυτό το οποίο οδήγησε τους Δημοκρατικούς στις μεταρρυθμιστικές τους νίκες (Υγεία, Οικονομία) και όχι το Δημοκρατικό κόμμα. Αντίστοιχα, το Ρεπουμπλικάνικο κόμμα φάνηκε ανίσχυρο να αντιδράσει στο ανερχόμενο Tea Party Express Movement, και παραχώρησε πολιτική ισχύ στο εν λόγω κίνημα. Το Tea Party επέβαλλε πολλούς από τους Ρεπουμπλικάνους υποψηφίους στις εκλογές του 2010, τις περισσότερες φορές ενάντια στη θέληση του Ρεπουμπλικανικού κόμματος (το οποίο κάποιες φορές υποστήριξε ξεχωριστό δικό του υποψήφιο!), και κέρδισε μεγάλες εκλογικές νίκες, εν αντιθέσει με τους «καθαρόαιμους» πολιτικούς υποψηφίους του Ρεπουμπλικάνικου κόμματος.

Σημαντικότερη όμως απόδειξη της νέας αυτής «μόδας» έναντι των κομμάτων είναι η επανάσταση των «Υακίνθων» στην Τυνησία, στις αρχές του 2011, η οποία οδήγησε στην παραίτηση του επί 23 χρόνια δικτάτορα Ben Ali και στη διαφυγή του στη Σαουδική Αραβία. Όπως έχουν ήδη αναφέρει τα διεθνή ειδησεογραφικά πρακτορεία, οι διαδηλώσεις που οδήγησαν στις εξελίξεις αυτές δεν καθοδηγήθηκαν από κανένα κόμμα. Αντίθετα, ήταν διαδηλώσεις των πολιτών της Τυνισίας όπου συνειδητοποίησαν ότι το «φτιαχτό» πολιτικό-κομματικό σύστημα του Ben Ali δεν ήταν πλέον χρήσιμο και λειτουργικό γι’ αυτούς και για τη χώρα τους. Στο ίδιο κλίμα, και κατά τη διάρκεια σύνταξης αυτού του άρθρου, έχουν ήδη ξεκινήσει αντίστοιχες διαδηλώσεις σε Ιορδανία και Αίγυπτο. Και στις δύο περιπτώσεις οι δυτικόφιλες πολιτικές ηγεσίες (ένας βασιλιάς και ένας δικτάτορας) έχουν ήδη προβεί σε πολιτικές παραχωρήσεις για την αποφυγή περαιτέρω διαμαρτυριών. Στην περίπτωση της Αιγύπτου, μάλιστα, η οποία διαφαίνεται ως η πιο σοβαρή, διεθνείς ρεπόρτερ και ακαδημαϊκοί επισημαίνουν πως οι τωρινές διαδηλώσεις είναι οι πρώτες στην ιστορία της Αραβικής Δημοκρατίας που δεν υποκινήθηκαν από κάποιο πολιτικό κόμμα.

Παρατηρούμε λοιπόν, ότι ενώ η Βόρειος Αφρική και η Μέση Ανατολή διψούν για την πολιτική τους αναγέννηση, τα κόμματα διαφαίνονται κατώτερα των περιστάσεων και ανίκανα να ανταπεξέλθουν στην θέληση των πολιτών, με αποτέλεσμα οι πολίτες να τα αγνοούν και να οργανώνονται μόνοι τους (μέσω Facebook και λοιπών social media) για να πάρουν την μοίρα και την τύχη στα χέρια τους.

Διακρίνεται συνεπώς, μία πραγματική πολιτική τάση και ανάγκη υπέρβασης και παραγκωνισμού των πολιτικών κομμάτων, έτσι ώστε να μπορέσουν οι πολίτες να επιφέρουν ουσιαστικές και άμεσες αλλαγές στη ζωή και τη χώρα τους. Μία τάση η οποία ξεκίνησε σαφώς από τον δυτικό κόσμο (Η.Π.Α. και Ευρώπη) και φαίνεται τώρα πως αποκτά προεκτάσεις και σε άλλες ηπείρους (Αφρική, Ασία).

Ως συμπέρασμα, μπορούμε να πούμε ότι η νέα τάση αυτή δεν θα έπρεπε να ξαφνιάζει κανέναν. Χρειάζεται μόνο να αναλογιστεί κανείς τη σύγχρονη καταστροφική επιρροή των κομμάτων στις ζωές των πολιτών για να εξηγήσει το φαινόμενο αυτό. Διαφθορά, ανικανότητα, εθνική προδοσία, πολιτική αδαημοσύνη, υποβάθμιση/έλεγχος των Μ.Μ.Ε., υποβάθμιση του κοινωνικού επιπέδου/κουλτούρας, ελεγχος/εκμετάλλευση των νέων και των εργαζομένων (μέσω των συνδικαλιστικών οργανώσεων), είναι μέρος μόνο των αρνητικών επιπτώσεν των κομμάτων.

Τέλος, αναλογιζόμενοι ότι η μονοπώληση της πολιτικής εξουσίας, ζωής και συμμετοχής από τα κόμματα είναι ίσως το σημαντικότερο συστημικό πρόβλημα στην σύχρονη Ελληνική πραγματικότητα, καλούμε τους δημιουργικούς πολίτες της ανερχόμενης Ελληνικής Κοινωνίας των Πολιτών να αποφασίσουν να οργανωθούν –όχι κομματικά ή ιδεολογικά, αλλά παραγωγικά και θεματικά για κοινά προβλήματα και ανάγκες, και να επιφέρουν ουσιαστική και μόνιμη αλλαγή στις ζωές τους και τη χώρα μας.