Archive for September, 2014


greek_parliament_by_chatgr-d3jx81r

Δεδομένης της σημερινής πολιτική κατάστασης στην Ελλάδα, υπάρχουν πολλοί και διάφοροι τρόποι απόκτησης του βουλευτικού αξιώματος. Αντιστοίχως, υπάρχουν πολλοί τρόποι να αναδειχθεί κανείς βουλευτής ακόμα και αν δεν είναι αρεστός και δεν έχει υπερψηφισθεί από τους πολίτες. Το πρώτο παράδειγμα που έρχεται στο μυαλό είναι οι «βουλευτές επικρατείας». Ωστόσο, η πρόσφατη ανάδειξη βουλευτού με 293 ψήφους στη Χίο έφερε στο προσκήνιο μια άλλη κατηγορία βουλευτών, τους «βουλευτές της μειοψηφίας».

Συγκεκριμένα, η βουλευτική έδρα του κ. Μουσουρούλη (ΝΔ), έμεινε αρχικά κενή όταν αυτός έθεσε υποψηφιότητα για ευρωβουλευτής. Τη θέση του έλαβε ο κ. Κάρμαντζης (ΝΔ) ως αναπληρωματικός του συνδυασμού, ο οποίος όμως παραιτήθηκε με τη σειρά του για να αναλάβει καθήκοντα αντιπεριφερειάρχη. Έτσι λοιπόν, η βουλευτική έδρα της Χίου κατέληξε στην επόμενη κατά σειρά αναπληρωματική του συνδυασμού της ΝΔ, κ. Σταυρινούδη – Σόδη, η οποία είχε λάβει μόλις 293 ψήφους στην τελευταία εκλογική διαδικασία. Όλα αυτά βέβαια όσο και αν ακούγονται περίεργα είναι καθόλα νομότυπα και προβλέπονται από τον ισχύοντα εκλογικό νόμο σύμφωνα με τον οποίο «ως αναπληρωματικοί κάθε συνδυασμού, του οποίου υποψήφιοι ανακηρύχθηκαν βουλευτές, ανακηρύσσονται όλοι οι υπόλοιποι υποψήφιοι αυτού» (άρθρο 103, παράγραφος 3). Ακόμα και αυτοί με τις 293 ψήφους, ή και με πολύ λιγότερες.

Εδώ λοιπόν παρατηρείται ένα εκ των πολλών συστημικών προβλημάτων του εκλογικού νόμου της χώρας μας. Σύμφωνα με το νομικό πλαίσιο, η ψήφος του κάθε πολίτη κατά τη συμμετοχή του στις εκλογές, δεν δίδεται στον πολιτικό της αρεσκείας του, αλλά σε ένα από τα κόμματα. Από αυτό δηλαδή το χωρίο του εκλογικού νόμου, γίνεται πρόδηλο πως το πολιτικό σύστημα και η Εξουσία απαρτίζεται από κόμματα – συλλογικότητες, και όχι από πολιτικές προσωπικότητες. Τα υποκείμενα και οι δρώντες δηλαδή δεν είναι οι πολιτικοί αλλά τα κόμματα. Αυτό βέβαια το γνωρίζαμε ήδη καθώς οι πολιτικοί υποψήφιοι των κομμάτων επιλέγονται από τα γραφεία του κάθε κόμματος και όχι από εμάς τους ίδιους (π.χ. μέσω κάποιας προκριματικής εκλογικής διαδικασίας). Εδώ όμως μιλάμε για κάτι ακόμα χειρότερο μιας και ο εκλογικός νόμος θεσμοθετεί και στην ουσία απαιτεί την κομματική ψήφο. Ακόμα δηλαδή και αν πιστεύουμε πως κάποιος νέος πολιτικός είναι φέρελπις, ηθικός και ικανός, ο εκλογικός νόμος μας απαγορεύει να πράξουμε αντιστοίχως και να τον υποστηρίξουμε, καθώς μας υπαγορεύει ρητά να ψηφίσουμε κάποιο κόμμα και όχι υποψηφίους. Αν δηλαδή ψηφίσουμε τον φέρελπι πολιτικό και αυτός παραιτηθεί για οποιονδήποτε λόγο, είναι πολύ πιθανό να καταλήξουμε να μας εκπροσωπεί κάποιος αναπληρωματικός του, του οποίου η ικανότητα εκπροσώπησης ή και η γνώση των πολιτικών θεμάτων μπορεί να είναι αμφίβολη και προβληματική. Επιπλέον, δεν θα πρέπει να θεωρείται απίθανη ακόμα και η περίπτωση εκπροσώπησης από κακόφημο πολιτικό με λιγοστές ψήφους που μόνο τα κεντρικά κάποιου κόμματος θα μπορούσαν να εκτιμήσουν (για λόγους άσχετους με την τοπική κοινότητα). Ωστόσο ο εκλογικός νόμος μας έχει προειδοποιήσει..

Αυτή λοιπόν η θεσμοθετημένη κομματικοποίηση είναι προφανώς αντιδημοκρατική και ανελεύθερη και μάλιστα για πολλούς λόγους. Αρχικά, οι πολίτες δεν γνωρίζουν την εν λόγω ρύθμιση για «βουλευτές της μειοψηφίας», η οποία μάλιστα θα ήταν και δύσκολο να διαφημιστεί. Από τη στιγμή που δεν το γνωρίζουν και οδηγούνται σε ψήφο εν αγνοία, τα εκλογικά αποτελέσματα είναι εξορισμού διαστρεβλωμένα. Έπειτα, η αντιπροσώπευση από βουλευτές με ελάχιστη νομιμοποίηση από τους πολίτες, πόρρω απέχει από τη δημοκρατική πρακτική. Εξίσου αντιδημοκρατική είναι η πρωτοκαθεδρία των επιλογών του κόμματος (μέσω επιλογής υποψηφίων/χρίσμα) έναντι των ψήφων των πολιτών στις εκλογές. Τέλος, η στέρηση του δικαιώματος ψήφου βάσει ικανοτήτων των υποψηφίων, είναι πλήγμα κατά της αξιοκρατίας αλλά και της πολιτικής αποκέντρωσης μιας και ενισχύει την υδροκέφαλη κομματική ηγεσία και τις επιλογές της για τα τοπικά ψηφοδέλτια.

Έτσι λοιπόν, με μια απλή παραίτηση και μια φαινομενικά ομαλή και δημοκρατική αντικατάσταση βουλευτού, αναδεικνύεται για ακόμα μια φορά η τεράστια ανάγκη για εν γένει νομοθετική αναθεώρηση και ευνομία.

Δημοσιεύθηκε στις 22.09 στην εφημερίδα “Δημοκρατία”

 

M.E.cult

Στη διεθνή πολιτική σκηνή και τις διεθνείς σχέσεις υπάρχει μια δύναμη που κάθε μικρός και μεγάλος παίκτης, διπλωμάτης, πολιτικός και επιχειρηματίας είναι αναγκασμένος να σέβεται ή έστω να υπολογίζει. Πρόκειται για τη «διεθνή κοινή γνώμη», η οποία στην εποχή της ραγδαίας ανάπτυξης στην επικοινωνία, τις μεταφορές και τις τεχνολογίες, απολαμβάνει τη δυνατότερη πιθανή επιρροή και ισχύ της. Αυτό αποδεικνύουν άλλωστε και οι συνεχείς προσπάθειες ελέγχου της κοινής γνώμης από διάφορα μέσα και κέντρα, από κρατικούς και ιδιωτικούς φορείς, κτλ.

Παρακολουθώντας λοιπόν τις πρόσφατες εξελίξεις στη Μέση Ανατολή και συγκεκριμένα τα γεγονότα στην Παλαιστίνη, το Ιράκ και τη Συρία, η διεθνής κοινή γνώμη βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα ηθικό δίλημμα: από τη μία βρίσκονται οι ισλαμιστές τρομοκράτες, η βία και ο σκοταδισμός της αλ-Κάιντα και του Ισλαμικού Χαλιφάτου. Στον αντίποδα βρίσκονται οι «πολιτισμένες» πολιτικές ηγεσίες του Ισραήλ και των φιλοδυτικών δικτατόρων (Σαουδική Αραβία, Αίγυπτος, κτλ). Εδώ παρατηρείται ένα αδιέξοδο δίλημμα μιας και η διεθνής κοινή γνώμη δεν θα μπορούσε να υποστηρίξει ούτε την άκρατη βία και τρομοκρατία από τη μία, αλλά ούτε και την εκμετάλλευση και την ασυδοσία από την άλλη. Απότοκος του εν λόγω αδιεξόδου είναι ο συχνός διχασμός της διεθνούς κοινής γνώμης για τα ζητήματα της περιοχής. Η μια άποψη προσπαθεί να επικρατήσει της άλλης, ενώ χιλιάδες εκατομμύρια δολάρια ξοδεύονται σε εκστρατείες ενημέρωσης και υποστήριξης των δύο πλευρών. Το δίλημμα αυτό άλλωστε παρατηρείται και στη χώρα μας όπου η ελληνική κοινή γνώμη φαίνεται πολλές φορές αδύναμη να διαλέξει ανάμεσα σε τρομοκράτη και δικτάτορα.

Αυτό όμως που δεν προβάλλεται σχεδόν πουθενά είναι πως το όλο δίλημμα είναι στην πραγματικότητα πλαστό. Οι δύο αυτές πλευρές και εικόνες της καθημαγμένης Μ. Ανατολής δεν είναι ούτε οι μόνες, ενώ σίγουρα δεν είναι και οι καλύτερες δυνατές για την περιοχή. Επιπλέον, το κίβδηλο αυτό δίλημμα δεν έχει δημιουργηθεί από τους απλούς κατοίκους της Μ. Ανατολής (οι οποίοι άλλωστε το απεχθάνονται καθώς καθίστανται θύματα αυτού), αλλά είναι ένα αποκλειστικό προϊόν της εξωτερικής πολιτικής και βούλησης της «Δύσης». Η Δύση είναι αυτή που από το τέλος του Β’Παγκοσμίου και ύστερα ενθρόνισε τους ανά την περιοχή ανελεύθερους μονάρχες (Ιορδανία, Σ. Αραβία, Ιράκ, κτλ.). Η Δύση είναι επίσης αυτή που αποφάσισε να εγκαθιδρύσει νέα Ισραηλινή ηγεσία στην Παλαιστινιακή επικράτεια, την οποία και υπερασπίζεται μέχρι σήμερα. Ταυτόχρονα, η Δύση είναι αυτή που χρηματοδότησε και εξόπλισε τις τρομοκρατικές Σουνιτικές οργανώσεις (Ταλιμπάν, φύλαρχοι της Λιβύης, κτλ). Ακόμα και το νεοσυσταθέν Ισλαμικό Χαλιφάτο δημιουργήθηκε με χρήματα των φιλοδυτικών μοναρχών της περιοχής (Σ. Αραβία, Κατάρ, κτλ.) και τη σιωπηλή συμπεφωνημένη άδεια της Δύσης, η οποία επιδιώκει μέσω των αργυραμοιβών – τρομοκρατών, να περιορίσει τη Σιιτική – Ιρανική απειλή.

Προφανώς, όταν προβάλλονται δύο επιλογές, οι οποίες έχουν δημιουργηθεί και οι δύο από τη Δύση, ό,τι και να υποστηρίξεις, υποστηρίζεις εν τέλει τη δυτική πολιτική. Τοιουτοτρόπως λοιπόν ελέγχεται η διεθνής κοινή γνώμη. Επιπλέον, οι δύο δυτικογενείς πιθανές όψεις της περιοχής, δεν παρέχουν ούτε πραγματική δυνατότητα επιλογής , ούτε εκφράζουν κάποια διαφορετική πολιτική ή αντίληψη. Συνεπώς, το επίπλαστο αυτό δίλημμα, και οι διαστρεβλώσεις που προκαλεί, είναι κάτι το οποίο η ιστορία οφείλει να χρεώσει στη Δύση.

Καταλήγοντας, η Δύση θα μπορούσε πράγματι να παρουσιάσει εναλλακτικές και θετικές επιλογές για την περιοχή και τους κατοίκους της οι οποίοι χειμάζονται ασταμάτητα για δεκαετίες. Κάτι τέτοιο θα μπορούσε να συμβεί με την υποστήριξη πραγματικά δημοκρατικών ηγεσιών και πολιτευμάτων στη Μ. Ανατολή. Ένας τέτοιος «τρίτος δρόμος» με την πλήρη και ειλικρινή υποστήριξη της Δύσης, θα διέλυε το φτιαχτό ηθικό δίλημμα, θα αφαιρούσε το επιχείρημα της «αντίστασης στον κατακτητή» των ακραίων ισλαμιστών, ενώ θα διέλυε ταυτόχρονα την όποια νομιμοποίηση για αυταρχισμό και ασυδοσία απολαμβάνουν οι δικτάτορες επικαλούμενοι ζητήματα εθνικής ασφάλειας και τρομοκρατίας. Εύλογα λοιπόν, τα αίτια των μεσανατολικών προβλημάτων και οι όποιες δυνατότητες αλλαγής δεν θα πρέπει να αναζητούνται στους απλούς κατοίκους, αλλά στις προς δυσμάς συμμαχίες και χώρες.